Κατασκευή-Υποστήριξη
Κουτσόπουλος Κώστας

Άρθρα
Τούτη την εποχή στους Μαυραχάδες είχε αρχίσει ο θέρος. Η πιο κουραστική περίοδος και συνάμα η πιο ευχάριστη. Το θέρισμα ήταν η αμοιβή των κόπων. Η απολαβή του κάθε νοικοκύρη. Το Νοέμβριο έσπερνε και ύστερα από κόπους και αναμονή έξι μηνών ερχόταν η ώρα να μαζέψει τη σοδειά που προοριζόταν για το ΄΄ψωμί της οικογένειας΄΄. Από τα αρχαία χρόνια τα σιτηρά ήταν η βάση της διατροφής του ανθρώπου. Τα παλιά χρόνια τα σιτηρά κάλυπταν πολλές ανάγκες των κατοίκων.

Ένας κάτοικος του χωριού αφηγείται:

«Ο θέρος ξεκινούσε τον Ιούνιο γι αυτό άλλωστε τον έλεγαν και Θεριστή και το αλώνισμα τον Ιούλιο, θέριζαν όλοι εκτός από τα παιδιά και τα γερόντια αν δεν μπορούσαν. Σηκωνόμασταν  το πρωί και πηγαίναμε στο θέρο με τα δρεπάνια. Αρχίζαμε το θέρισμα από μια άκρη του χωραφιού. Δυο- τρία άτομα, οι θεριστάδες, ήταν μπροστά και θέριζαν και οι υπόλοιποι από πίσω δέναμε δεμάτια. Παίρναμε ο καθένας από μια σειρά που την ονόμαζαν "όργο" η οποία είχε πλάτος 1 μέτρο περίπου. Πιάναμε με το αριστερό χέρι μια χεριά σιτάρι και την κόβαμε με το δεξί χέρι στο οποίο κρατούσαμε το δρεπάνι. Η κομμένη χεριά έμενε στο αριστερό χέρι του θεριστή. Αυτήν την χεριά την αφήναμε στο έδαφος. Την ίδια διαδικασία ακολουθούσαμε και για την επόμενη χεριά την οποία αφήναμε πάνω στην πρώτη με τέτοιο τρόπο ώστε τα στάχυα να είναι προς την ίδια κατεύθυνση. Έτσι συγκεντρώνονταν ένας μικρός σωρός. Με τον τρόπο αυτό συνεχίζαμε και αφήναμε πίσω μας σωρούς. Όποιος τέλειωνε πρώτος τον όργο του  γύριζε και βοηθούσε όποιον έμενε πίσω μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που είχε φτάσει ο πρώτος. Μετά ο καθένας έπαιρνε πάλι τον όργο του . Από το σιτάρι που θερίζαμε κοιτάζαμε πιο είναι το ποιο ψηλό και το κόβαμε χαμηλότερα και λέγαμε ότι αυτό είναι το δεματικό. Οι δεματάδες που έφτιαχναν δεμάτια, ήταν πίσω από τους θεριστάδες, έπαιρναν χεριές το κομμένο σιτάρι και το έφτιαχναν μια αγκαλιά βαζοντάς το κάθετα και στη μέση του δεματικού. Παίρναμε  το δεματικό το στρίβαμε, το μουσκεύαμε και το δέναμε με το χέρι. Τα δεμάτια τα μαζεύαμε ΄΄τριαριές΄΄ δηλαδή τρία- τρία μαζί, φορτώναμε στο κάρο όλες τις τριαριές από όλο το χωράφι και τα πηγαίναμε όλοι οι κάτοικοι του χωριού σε 2-3 τοποθεσίες- χωράφια έξω από το χωριό.( φωτογραφία 3) Μια τοποθεσία χωραφιού ήταν οι λεγόμενες ΄΄γκλαμπάτσες ΄΄ . Αυτά τα χωράφια τα έλεγαν αλώνια και εκεί έφτιαχναν θυμωνιές από σιτάρι με τη σειρά όλοι οι χωριανοί . Εκεί ερχόταν η αλωνιστική μηχανή η λεγόμενη ΄΄πατόζα΄΄ και αλώνιζε με τη σειρά, όπως έφτιαχναν οι χωριανοί τις θυμωνιές . Η πατόζα δεν ήταν αυτοκινούμενη αλλά σταθερή σε ένα σημείο. Η πατόζα δούλευε 24 ώρες το 24ωρο μέχρι να τελειώσουν τα αλώνια στο χωριό και μετά φεύγαμε για την Μακεδονία και συγκεκριμένα πηγαίναμε στην Κοζάνη. Στην πατόζα δούλευαν 12 άτομα. Κάθε χρόνο ο ιδιοκτήτης της πατόζας διάλεγε πρώτα από τους πιο "μπεσαλήδες". Υπήρχαν 3 βάρδιες και στην κάθε βάρδια δούλευαν 4 άτομα. Δυο δεματάδες, ένας κόφτης και ένας ταϊστής. Οι δεματάδες ήταν κάτω από την πατόζα έπαιρναν τα δεμάτια και τα έβαζαν στο ανεβατόρ,( φωτογραφία 2) μόλις έφταναν στην πατόζα ήταν μπροστά ο κόφτης ο οποίος έκοβε τα δεμάτια και στη συνέχεια ήταν ο ταϊστής ο οποίος τάιζε την πατόζα δηλαδή έριχνε τα κομμένα δεμάτια πλέον στην τρόμπα της μηχανής.( φωτογραφία 1) Από άλλο μέρος έβγαινε το σιτάρι και από άλλο το άχυρο, το οποίο το δέναμε μπάλες και ταΐζαμε  τα ζώα που είχαμε στο σπίτι.(φωτογραφία 6) Το αλωνισμένο σιτάρι το ρίχναμε σε τσουβάλια και τα κουβαλούσαμε με τα κάρα στο σπίτι και το άχυρο το κουβαλούσαμε με το καλαμωτό στον αχυρώνα ( στάβλος ). Το σιτάρι το αλέθαμε και φτιάχναμε ψωμί, ταΐζαμε τις κότες και τα γουρούνια. Όσοι δούλευαν στην πατόζα έτρωγαν στον ιδιοκτήτη της  ο οποίος είχε μάγειρα και μας μαγείρευε διάφορα φαγητά  όπως φασόλια, κρέας, πίτες, σκορδάρι ( σκόρδο στουμπισμένο με νερό , ψωμί , ξύδι και μερικές φορές και αγγουράκι. Φορούσαμε μάλλινες κάλτσες, παπούτσια για να μην μας τρυπάν ενώ στα χέρια γάντια για τα αγριόχορτα με τα φαρμακερά αγκάθια και πανί άσπρο ( μαντίλα)  για να μην μας βαράει ο ήλιος.

Στο χωριό μας υπήρχαν δυο πατόζες. Η μία ήταν του Ραφτόπουλου του Μήτσιου( φωτογραφία 5) και η άλλη από τον Τάσο και Γιάννη Κατσίκα, δυο αδερφών. Εργάτες στις πατόζες δούλευαν οι :

Τσιανάκας Θανάσης , Ρεντζελάς Βασίλης, Σακκάς Βαγγέλης, Γκοντοβάς Φόρης, Ρεντζελάς Αρισρτοτέλης, Μαργώνης Γιώργος, Παπαδόπουλος Θωμάς, Παπαδόπουλος Βασίλης και Ζαρκάδας Φώτης.

Η αμοιβή των εργατών ήταν 12 κιλά σιτάρι το 8ωρο. Το σιτάρι το κιλό κόστιζε 2 δραχμές άρα η αμοιβή μας ήταν 24 δραχμές τη μέρα. Δουλεύαμε περίπου 60 μέρες, 700 κιλά σιτάρι, 1400 δραχμές δηλαδή σήμερα 4 περίπου ευρώ.

Εκτός από σιτάρι θερίζαμε βρώμη και σίκαλη.

Όταν θερίζαμε τα στάχυα που έμεναν πίσω, τα μάζευαν οι γυναίκες, τα στουμπούσαν και αυτό το λιγοστό σιτάρι το πουλούσαν στο πισπιρίγκο στον ψιλικατζή που περνούσε από το χωριό μας και για αντάλλαγμα έπαιρναν κάλτσες, υφάσματα, μπογιές, τσαντίλες, καρφίτσες και ότι άλλο ήταν απαραίτητο για το νοικοκυριό» .

Λίγα χρόνια αργότερα ήρθε η πρώτη αυτοκινούμενη θεριζοαλωνιστική μηχανή η οποία θέριζε και αλώνιζε. Η θεριζοαλωνιστική μηχανή κάνει πολύ εύκολη τη δουλειά, θερίζει και αλωνίζει ταυτόχρονα αλλά κατέστρεψε όλη την ομορφιά, όλη τη μαγεία της παραδοσιακής διαδικασίας, εφαρμόζεται και δω το ψεκάστε…σκουπίστε…τελειώσατε.

(φωτογραφία 1 : εδώ βλέπουμε ένα δεμάτι σιτάρι να ανεβαίνει με το ανεβατόρ, δεξιά και αριστερά δυο κόφτες και πίσω διακρίνεται ο ταϊστής)

(φωτογραφία 2: εδώ διακρίνονται οι δεματάδες, οι οποίοι κουβαλούν τα δεμάτια και τα ρίχνουν πάνω στο ανεβατόρ )

(φωτογραφία 3 : δυο άλογα με το κάρο γεμάτο από μια θυμωνιά σιταριού, μάλλον μεταφέρεται στο χωράφι όπου θα πάει η πατόζα να τα αλωνίσει )

(φωτογραφία 4 : δυο κάτοικοι του χωριού στο κάρο μέσα στην καλαμιά)

(φωτογραφία 5: η πατόζα του Μήτσιου του Ραφτόπουλου και οι εργάτες. Διακρίνονται από αριστερά ο πρώτος: Ραφτόπουλος Μήτσιος, το αφεντικό, η δεύτερη η γυναίκα του Μαρία η αλλιώς όπως την αποκαλούσαν οι χωριανοί Μήτσαινα Ραφτοπούλου, ο τέταρτος Νταλαμπίρας Βάϊος , ο δεύτερος από το τέλος Διαμαντής Τάσος και το μικρό της φωτογραφίας πιθανόν είναι ο Σεραφείμ Ραφτόπουλος γιός του αφεντικού)

 

( φωτογραφία 6 : συλλογή δεμάτων αχύρου, για να τα μεταφέρουν στο σπίτι να ταΐζουν τα ζώα)

(φωτογραφία 7 : η πατόζα με τους εργάτες )

 

( φωτογραφία 8 : η πατόζα με τους εργάτες)


Παροιμίες που σχετίζονται με το θέρο:

Ότι σπείρεις θα θερίσεις.

Από το θέρο ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές.

Ο Μάης έχει τ’ όνομα και ο θεριστής την πείνα.

Το Μάη πίνε το νερό το θεριστή το ξύδι.

Μάρτης έβρεχε θεριστής χαίρονταν.

Θέρος, τρύγος, πόλεμος στασιό δεν έχουν.

Θέρος, τρύγος, πόλεμος και στο αλώνισμα χαρές.

Το τραγούδι του θεριστή, η χαρά το Αλωνιστή.

Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι.

Από την αρχή του Θεριστή του δρεπανιού μας η γιορτή.

 

Τελευταία Ενημέρωση (Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011 10:56)