Κατασκευή-Υποστήριξη
Κουτσόπουλος Κώστας

Άρθρα

«Ντυθείτε ζεστά! Έχει κρύο σήμερα και ο βοριάς είναι πολύ δυνατός!», φώναξε η μαμά στο Νικόλα και στη Μαρίνα. Δεν ήταν όμως ανάγκη να τους το πει.

Από την Πέγκυ Παπαδοπούλου

Ήδη από χθες ο καιρός είχε χαλάσει αρκετά, και σήμερα το πρωί, τα δύο πιτσιρίκια με δυσκολία βγήκαν από τα παπλώματά τους. Η Μαρίνα ειδικά, που ήταν και η πιο μικρή, είχε φορέσει γάντια, κασκόλ και σκουφί κι ακόμη ένιωθε τα δάκτυλά της παγωμένα. Έδωσε ένα βιαστικό φιλί στο μάγουλο του Νικόλα, φτάνοντας στον παιδικό σταθμό και έτρεξε στην αίθουσά της για να ζεσταθεί. Η μύτη της ήταν κρύα.


 

Αλλά και ο Νικόλας είχε κουμπώσει καλά – καλά το μπουφάν του και το φορούσε ακόμη και στα διαλείμματα. Στο ανοιχτό προαύλιο του σχολείου, ο βοριάς φαινόταν να είναι πιο δυνατός και στροβιλιζόταν γύρω από τα παιδιά. Περνούσε μέσα από το γιακά τους και τρύπωνε από τις μανσέτες τους.

 

«Κρυώνω», είπε η Μαρίνα το μεσημέρι που γύρισαν σπίτι. Και πέρασε την ώρα της, για όσο χρόνο ο Νίκος έκανε τα μαθήματά του, χνωτίζοντας τα τζάμια του δωματίου τους και κάνοντας σχέδια με τα δακτυλάκια της. Κάποια στιγμή τον ρώτησε: «Ο Απρίλιος είναι μήνας της άνοιξης;».

«Ναι».

«Και η άνοιξη;».

«Τι "και η άνοιξη";» ο Νικόλας ήταν μεγαλύτερος αλλά δεν την καταλάβαινε όλες τις φορές.

«Να, ο Μάρτιος ήρθε και πέρασε και πάνω που άρχισε να έχει ωραίες λιακάδες, ήρθε ο Απρίλιος αλλά οι λιακάδες δεν έγιναν ωραιότερες. Ίσα – ίσα, που ήρθε πάλι το κρύο! Τελικά, η άνοιξη πότε θα έρθει;» Η Μαρίνα τα έλεγε αυτά με παραπονεμένο ύφος.

«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ!» Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα δύο αδέλφια σκέφτονταν σχεδόν το ίδιο πράγμα. «Υποτίθεται ότι το Πάσχα είναι πάντα την άνοιξη, το Πάσχα είναι σε είκοσι μέρες κι ο χειμώνας δε λέει να φύγει!».

«Άμα δε φύγει ο χειμώνας λες να μην έρθει η άνοιξη;». Η Μαρίνα ήταν λίγο τρομαγμένη τώρα. Για εκείνη η άνοιξη ήταν η πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Όταν πήγαιναν εκδρομές, έτρεχε με τα μικρά της ποδαράκια στο φρέσκο χορτάρι, ξοπίσω από τις πεταλούδες, μάζευε πολύχρωμα λουλούδια, έκανε στεφανάκια για τα μαλλιά της και μετρούσε πόσα ζουζούνια πετούσαν χαρούμενα τριγύρω της. Ο Νικόλας την έβαζε να κάνει τούμπες πάνω στο παχύ χορτάρι, αφού δεν υπήρχε και μεγάλος κίνδυνος να χτυπήσει και ξεκαρδίζονταν και οι δύο στα γέλια. Είναι άραγε δυνατό να τα χάσουν όλα αυτά;

«Από ότι ξέρω, νομίζω πως η άνοιξη έρχεται πάντα. Μερικές φορές όμως αργεί». Ο Νικόλας το έλεγε μεν αυτό, δεν ακουγόταν και πολύ σίγουρος όμως.

 

«Ε, έτσι όπως άργησε φέτος, μου φαίνεται πως δεν θα έρθει καθόλου!» Η Μαρίνα είχε βουρκώσει. «Και θα έρθει ξαφνικά το καλοκαίρι και ο ήλιος θα είναι πολύ καυτερός και θα μας τσούζει και η μαμά δεν θα μας αφήνει να παίζουμε πολύ ώρα στον ήλιο και θα μας πασαλείβει με αντιηλιακό! Μπλιαχ!».

«Το αντιηλιακό είναι απαραίτητο το καλοκαίρι! Μην κάνεις "μπλιαχ"! Δεν θες να κοκκινίσεις και να τσούζεις, έτσι;» της είπε ο Νικόλας

«Όχι...» παραδέχτηκε η Μαρίνα. «Και μου αρέσει το καλοκαίρι, που πάμε στη θάλασσα και τσαλαβουτάμε και κολυμπάμε. Αλήθεια!».

«Τότε γιατί στεναχωριέσαι; Σύντομα θα έρθει και το καλοκαίρι....». Ο Νικόλας ομολογούσε στον εαυτό του ότι δεν μπορούσε ούτε καν να φανταστεί πώς θα ήταν το καλοκαίρι, ντυμένος με χοντρή φόρμα και μάλλινο πουλόβερ και φορώντας χοντρές κάλτσες ακόμη.

«Δεν στεναχωριέμαι που θα έρθει το καλοκαίρι, στεναχωριέμαι που ΘΑ ΧΑΣΩ την άνοιξη!».

Πολύ θα ήθελε ο Νικόλας να σήκωνε τα χέρια ψηλά δηλώνοντας την απελπισία του με τις αδιάκοπες παρατηρήσεις τις αδελφής του, ολόιδια όπως έκανε κι η μαμά μερικές φορές. Αντί γι' αυτό όμως, προσπάθησε να της εξηγήσει.

«Η άνοιξη δεν "χάνεται"! τι είναι για να χαθεί, η γόμα σου; Μερικές φορές όμως, τυχαίνει να καθυστερήσει λιγάκι. Εσύ πηγαίνεις παντού στην ώρα σου; Να, θυμήσου, στο πάρτυ της Λυδίας καθυστερήσαμε να πάμε γιατί δεν αποφάσιζες ποιο φουστάνι θα φορέσεις! Ε, κάπως έτσι, ή μάλλον για κάποιον λόγο, καθυστέρησε κι η άνοιξη. Είμαι όμως βέβαιος πως μέχρι το Πάσχα θα έχει έρθει!».

 

Η Μαρίνα τον κοίταξε με λατρεία. Πόσα ξέρει ο αδελφός της! Πόσα πράγματα της εξηγεί και χωράνε στο κεφαλάκι της μια χαρά!

Αλλά και η επόμενη μέρα, ξημέρωσε το ίδιο κρύα και το ίδιο μουντή. Μόνο ο αέρας δεν φυσούσε πια τόσο πολύ, λες και είχε κουραστεί να φυσά όλο το βράδυ. Έτσι, γυρίζοντας από τον παιδικό σταθμό, η Μαρίνα είχε μια πολύ απογοητευμένη έκφραση στο προσωπάκι της – όσο φαινόταν δηλαδή από το κασκόλ της που το είχε τυλίξει διπλή φορά γύρω της.

«Τι έχεις εσύ;» τη ρώτησε η μαμά. Αλλά η Μαρίνα δεν ήξερε ακριβώς τι να απαντήσει. «Μήπως είσαι άρρωστη;»

«Όχι, δεν είμαι άρρωστη!»

«Αλλά τότε;»

«Είναι που αργεί η άνοιξη και μπορεί να μην έρθει και καθόλου και είμαι στεναχωρημένη!»

«Μα, ποιος σου είπε ότι δεν θα έρθει η άνοιξη;» Στη μαμά δεν άρεσε να λένε ψεματάκια στα μικρά παιδιά κι ήταν έτοιμη να τα ψάλλει ένα χεράκι στο Νικόλα, γιατί φαντάστηκε πως αυτός κορόιδεψε την αδελφή του.

«Κανείς δεν μου το είπε! Εγώ, από μόνη μου το φοβάμαι. Είναι που κάνει τόσο κρύο ακόμη μαμά!»

Φφφφ... η μαμά ξεφυσούσε πάντοτε πριν πάρει φόρα για να απαντήσει κάτι που θεωρούσε πως ήταν σημαντικό. Την πήρε μάλιστα να καθίσουν μαζί στον καναπέ και αγκαλίτσα. Ο Νικόλας έστησε αυτί.

«Από όσο ξέρω λοιπόν καλή μου», άρχισε η μαμά, «κάθε χρόνο, μα κάθε χρόνο, περνάμε όλες τις εποχές! Και ποτέ δεν ... "χάθηκε" καμία! Βλέπεις, είναι τόσο σοφά φτιαγμένος ο κόσμος μας, που η κάθε εποχή είναι απαραίτητη για τη γη, τα ζώα, τα φυτά και τους ανθρώπους της. Είναι ένας κύκλος αυτός, φαντάσου τις εποχές σα να χορεύουν. Πιάνονται η μία από το χέρι της άλλης και κάνουν έναν κύκλο. Χορεύοντας περνούν όλες από όλα τα σημεία του κύκλου. Τυχαίνει όμως κάποτε – κάποτε, να υπάρχει λίγη καθυστέρηση. Η άνοιξή σου λοιπόν δεν πρόκειται ούτε να χαθεί ούτε να εξαφανιστεί! Να, σε λίγες μέρες, εδώ θα είναι!»

Ο Νικόλας κοίταξε τη μαμά του με περηφάνεια. Καμιά μαμά δεν τα έλεγε όλα τόσο όμορφα! Μετά, γύρισε στη Μαρίνα, έτοιμος να τη ρωτήσει αν κατάλαβε. Και το ύφος της μικρής του αδελφής ήταν πολύ παράξενο.

 

«Εντάξει, εντάξει, μπορεί να έχετε δίκιο, κι απλώς η άνοιξη να άργησε λιγάκι. Θα κάνω υπομονή λοιπόν, αφού σε λίγες μέρες θα είναι εδώ!» τους είπε η Μαρίνα και τους γύρισε την πλάτη λιγάκι θυμωμένη.

Πέρασαν κανα-δυο μέρες ακόμη κι ο καιρός έφτιαξε. Το κρύο δεν ήταν τόσο τσουχτερό κι ένας δειλός ήλιος έστελνε τις ακτίνες του να ζεστάνουν τον κόσμο μερικές ώρες το μεσημέρι. «Είδες;» είπε ο Νικόλας ένα απογευματάκι που χάζευαν από το παράθυρό τους τη γειτονιά. «Έρχεται η άνοιξη!»

«Πώς γίνεται εσείς όλοι να την βλέπετε να έρχεται κι εγώ ακόμη να μην την παίρνω χαμπάρι;» τον ρώτησε η Μαρίνα με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια.

«Τι εννοείς; Δεν βλέπεις που σταμάτησε να κάνει εκείνο το άθλιο κρύο πια; Κι ο ήλιος είναι πιο λαμπερός...»

«Εντάξει. Αλλά να ... δεν βλέπω και τίποτε άλλο ανοιξιάτικο γύρω μου. Φοράμε ακόμη χοντρά ρούχα, σκεπαζόμαστε με πάπλωμα, βάζουμε τις χοντρές μας κάλτσες και το βαρύ μας μπουφάν. Χωρίς σκουφί και κασκόλ μα πάντως δεν έχουμε βάλει και κοντομάνικα!»

Ο Νικόλας ήξερε την ξεροκεφαλιά της Μαρίνας αλλά έπρεπε να ομολογήσει ότι είχε μερικά πολύ καλά επιχειρήματα τις περισσότερες φορές. Και αναλογιζόταν κι ο ίδιος ότι δεν είχε και πολύ άδικο. Αλλά τον είχε κουράσει πια με την γκρίνια της. «Μα, δε νιώθεις πως έρχεται η άνοιξη; Έχουμε φύγει πια μακριά από την κακοκεφιά του χειμώνα και νομίζω πως αλλάζουν κι οι μυρωδιές, ο αέρας γίνεται πιο ανάλαφρος και ξαναβρίσκουμε όλοι το κέφι μας. Δεν είναι αυτό αρκετό για να καταλάβουμε πως έρχεται η άνοιξη;»

 

«Βρήκαμε το κέφι μας γιατί σε λίγες μέρες κλείνουν τα σχολεία για τις διακοπές του Πάσχα. Δηλαδή εσύ είσαι αυτός που θα γλιτώσει το διάβασμα κι είσαι ενθουσιασμένος. Εγώ πάλι ..... θα ήθελα να μου δείξεις αυτά τα πράγματα που όπως λες αλλάζουν όταν έρχεται η άνοιξη». Η Μαρίνα είχε πάρει σπουδαίο ύφος λέγοντας αυτά. Νόμιζε πως τόσον καιρό όλοι απλά την παρηγορούν.

«Να σου δείξω; Τι να σου δείξω;» Ο Νικόλας είχε ευχηθεί πολλές φορές να είχαν έναν αδελφό ακόμη μεγαλύτερο και πολύ πιο σοφό, που θα μπορούσε να αντέξει τις ερωτήσεις της Μαρίνας. Μερικές φορές δεν τα κατάφερνε μοναχός του!

«Δείξε μου την άνοιξη!» είπε η μικρή του αδελφή με το χαμόγελό της από το ένα αυτί ίσαμε το άλλο. «Εμπρός λοιπόν! ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ! Αν μπορείς να μου την δείξεις, σημαίνει πώς να' τη, εδώ είναι, έφτασε επιτέλους! Και θα σε πιστέψω...»

Έλα Χριστέ και Παναγιά! Είπε μέσα του ο Νικόλας, απαράλλαχτα όπως η γιαγιά, όταν συνέβαινε κάτι άξαφνα. Πού ακούστηκε αυτό; Να ... "δείξεις" μιαν εποχή; Πώς δείχνεις μια εποχή; Πώς κάνεις κάποιον να την δει; Εκείνος ποτέ του δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο .... Αλλά δεν ήθελε να την αφήσει και με την απορία. Ούτε και με τον "θρίαμβο" ότι επιτέλους τον στρίμωξε σε κάτι ....

Πέρασε εκείνη η ημέρα, πέρασε κι η επόμενη. Η Μαρίνα εξακολουθούσε να τον κοιτά με ύφος "είδες που σου έλεγα ότι δεν μπορείς;" κι ο Νικόλας εξακολουθούσε να ψάχνει στο μυαλό του για να της αποδείξει ότι μπορούσε.

 

Ώσπου, το Σάββατο το πρωί, πήγαν με τη μαμά για ψώνια. Αυτό είναι πάντα μια εξαιρετική περιπέτεια για τα παιδιά και καθόλου δεν τους φαίνεται αγγαρεία. Περπατούν χέρι – χέρι, χαζεύουν τις βιτρίνες, μερικές φορές κοντοστέκονται και διαλέγουν ρούχα ή παπούτσια ή παιχνίδια, ενόσω η μαμά χαιρετά τους γνωστούς της. Όλοι έχουν να πουν μια "καλημέρα", τη ρωτούν για την οικογένειά της κι εκείνη ρωτά για τις δικές τους. Τα "χαιρετίσματα" έδιναν κι έπαιρναν. Στο μανάβικο τρελαίνονται με την αφθονία προϊόντων και χρωμάτων. Στο βιβλιοπωλείο – κι εκεί οι επισκέψεις είναι συχνές -, τους αφήνουν να ξεφυλλίσουν προσεκτικά τα καινούρια παιδικά βιβλία, και δεν είναι λίγες οι φορές που θα αγοράσουν και κάποιο να το διαβάσουν το Σαββατοκύριακο. Στο φούρνο ανυπομονούν να πληρώσει η μαμά και μετά να τους κόψει μια γωνίτσα από το φρέσκο ψωμί που τους έχει σπάσει τη μύτη με τη γλυκιά του μυρωδιά. Θα τη μασουλίζουν σε όλο το δρόμο! Πώς να τους φανεί λοιπόν αγγαρεία!

Και τότε, ξαφνικά, ο Νικόλας βρήκε την άνοιξη παντού! Ίσως επειδή την έψαχνε πολύ καιρό, κι αυτός μαζί με τη Μαρίνα. Σήκωσε το κεφάλι του κι είδε μικρά, λευκά μπουμπούκια στις νεραντζιές της πλατείας τους. Μύριζαν υπέροχα! Μερικά είχαν ανοίξει κιόλας σε λουλούδια και οι μέλισσες πετούσαν μαγεμένες κι αυτές κοντά τους.

«Κοίτα Μαρίνα!» με δυσκολία την τράβηξε από τη βιτρίνα με τα παπούτσια. «Θα σου δείξω την άνοιξη!» Ωωωω... μόλις είχε πει τις μαγικές λέξεις!

Ζζζζζ..... η Μαρίνα έκανε μια γρήγορη στροφή και ήρθε δίπλα του. «Αλήθεια; Πού είναι;»

Το δακτυλάκι του Νικόλα έδειξε τη νεραντζιά. «Βλέπεις; Οι νεραντζιές έκαναν τα πρώτα τους μπουμπούκια. Μερικά έχουν γίνει κιόλας λουλούδια»

 

«Μυρίζουν υπέροχα!» είπε η Μαρίνα σηκώνοντας κι αυτή το κεφάλι της.

«Έτσι μυρίζει η άνοιξη! Φρεσκάδα ...»

«Υπάρχουν και μικρά φρέσκα φυλλαράκια, μπορώ να τα δω, είναι πιο μικρά από τα υπόλοιπα κι έχουν πιο ανοιχτό χρώμα!» Η Μαρίνα είχε ανοίξει τα μάτια της τόοοσα από τη χαρά της. Έσκυψε και κοίταξε το χώμα της μικρής νεραντζιάς. Είχε γεμίσει πολύχρωμα λουλουδάκια, κίτρινα, λευκά και ροζ. «Αυτά δεν ήταν εδώ προχθές», είπε.

«Τα έφερε μαζί της η άνοιξη!», απάντησε ο Νικόλας

«Τι κοιτάτε παιδιά;» Ο κύριος Τάσος είχε το βιβλιοπωλείο δίπλα από το κατάστημα υποδημάτων.

«Βλέπουμε την άνοιξη!» του απάντησαν και οι δύο με τον ίδιο ενθουσιασμό.

«Α... αυτό ... τότε για δείτε κι εκεί πάνω», είπε και τους έδειξε τη γωνία που έκανε το μπαλκόνι του σπιτιού πάνω από το μαγαζί του. Πήγαν όλοι μαζί λίγο πιο κοντά. «Ξέρετε τι είναι αυτό;»

Τα παιδιά έβλεπαν μια μουτζούρα στον τοίχο που φούσκωνε λιγάκι στη μια της μεριά. Σα να είχε αποτύχει ο σοβατζής. Τι σχέση θα μπορούσε να έχει με την άνοιξη;

«Είναι δυο χελιδονάκια εδώ από χθες και βάλθηκαν να χτίσουν τη φωλιά τους. Από ότι βλέπετε, έχουν ακόμη αρκετή δουλειά μέχρι να φτιάξουν το σπίτι τους, αλλά προσπαθούν πολύ φιλότιμα και είναι πολύ εργατικά! Πηγαινοέρχονται όλη την ώρα!»

Εκείνη τη στιγμή, το ένα χελιδόνι πέρασε από πάνω τους κρατώντας ένα κλαδάκι στο ράμφος του. Πέταξε δυο-τρεις φορές ολόγυρα, σα να τους εξέταζε να δει μήπως το πειράξουν, και μετά πήγε στη φωλιά του και έβαλε με τέχνη το κλαράκι στη θέση του.

«Ζήτωωωωω!» φώναξε η Μαρίνα ενθουσιασμένη.

«Ζήτωωωω!» είπε κι ο Νικόλας. «Είδες Μαρίνα; ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ !»

 

Ο Νικόλας χαιρόταν περισσότερο από την αδελφή του. Είχε πράγματι καταφέρει να της δείξει την άνοιξη. Κι ήταν σίγουρος πως θα έβρισκε τρόπο να της δείξει και το φθινόπωρο, όταν φυσικά ερχόταν η ώρα του. Κατάλαβε κι εκείνος πως ένα σωρό θαυμαστά πράγματα συντελούν στην αλλαγή μιας εποχής, πράγματα που τις περισσότερες φορές δεν βλέπουμε, απλά γιατί δεν έχουμε συνηθίσει να τα ψάχνουμε. Η μικρή του αδελφή τον είχε κάνει να ψάξει γύρω του για να βρει τα σημάδια. Πίστευε ότι αν έψαχνε ακόμη λίγο θα έβρισκε κι άλλα. Τα λουλούδια στο μπαλκόνι τους θα άνθιζαν κι αυτά. Το πάπλωμα θα μαζευόταν και η απαλή κουβέρτα θα έπαιρνε τη θέση του. Η μέρα θα ήταν μεγαλύτερη. Το νερό της βρύσης – τι μαρτύριο κι αυτό κάθε πρωί! - λιγότερο κρύο.

Η Μαρίνα χτυπούσε παλαμάκια από τον ενθουσιασμό της. Ήταν αλήθεια, η άνοιξη είχε φτάσει επιτέλους. Αγκάλιασε τον αδελφό της σφιχτά. «Δεν πίστευα ότι θα μπορούσες να μου τη δείξεις....», είπε λίγο ντροπαλά. «Μα, όπως πάντα, είσαι ο πιο καταπληκτικός αδελφός του κόσμου!».